 |
|
Ιστορική
επισκόπηση
Η
μεθοριακή θέση
του επέτρεπε
στο Ράντκερσμπουργκ
να αναπτύξει
σε εποχές ειρήνης
εμπορική δραστηριότητα.
Οι εμπορικοί
δρόμοι που περνούσαν
από την περιοχή
του Γκρατς προς
την Ουγγαρία
– με βασικά εμπορεύματα
το σίδηρο, το
αλάτι και ξύλα
από την Άνω Στυρία
και βόδια, μέλι
και κρασί από
την Ουγγαρία
– κατέστησαν
σύντομα την
πόλη κέντρο
εμπορικών συναλλαγών.
Σημαντικός
δρόμος της μεταφοράς
ήταν ο Μουρ. Η
πόλη είχε πάρει
πολλά σχετικά
προνόμια, ένα
από αυτά ήταν
το λεγόμενο
“Niederlagsrecht” που σήμαινε
πως όσοι περνούσαν
με καράβι, έπρεπε
να ξεφορτώσουν
στην πόλη τουλάχιστον
για τρεις μέρες.
Ο Φρειδερίκος
Α’ χορήγησε στην
πόλη το δικαίωμα
ελεύθερης επιβολής
τελωνιακών δασμών
που συμπληρώθηκε
το 1428 με το δικαίωμα
προτίμησης στα
κρασιά και οδήγησε
σε μονοπώλιο
στην αγορά κρασιού.
Το 1498 το Ράντκερσμπουργκ
κατάφερε να
γίνει η σπουδαιότερη
πόλη ως προς
τα φορολογικά
έσοδά της μετά
το Γκρατς.
Τον
18ο αιώνα οι εχθροπραξίες
με την Οθωμανική
Αυτοκρατορία
είχαν τελειώσει,
γεγονός που
επέφερε και
την στρατηγική
απαξίωση της
περιτειχισμένης
πόλης.
Ταυτόχρονα
έπαυσε και ο
ποταμός Μουρ
να είναι εμπορικός
δρόμος, που είχε
ως αποτέλεσμα
το κάποτε ακμαίο
εμπορικό κέντρο
να υποβαθμιστεί
στον 19ο αιώνα
σε κλασικό επαρχιακό
φρούριο της
μοναρχίας.
Το
1880 σημειώθηκαν
συγκρούσεις
μεταξύ του γερμανόφωνου
και σλοβενόφωνου
πληθυσμού. Μετά
την επανάσταση
“Freischar”
του 1919 και την
συνθήκη της
Σαιν Ζερμαιν
το 1920, καθορίστηκαν
νέα σύνορα και
το Ράντκερσμπουργκ
έγινε μεθοριακή
πόλη. Κατά τον
Δεύτερο Παγκόσμιο
Πόλεμο η πόλη
υπέστη σοβαρές
ζημιές. Το 1969 άνοιξαν
ξανά τη γέφυρα
Μούρ και ξεκίνησε
νέα εποχή στην
ιστορία της
πόλης.
Το
1978 άρχισε η αξιοποίηση
της θερμοπηγής
της πόλης, που
συνέβαλε στην
αξιόλογη ανάπτυξη
του τουρισμού.
Στη δεκαετία
του 1990 επισκέπτονταν
το Ράντκερσμπουργκ
περίπου μισό
εκατομμύριο
τουρίστες κάθε
χρόνο.
|
|
 |
 |
 |