Ιστορική επισκόπηση

Οίκηση υπήρχε στην περιοχή προφανώς ήδη από τα νεολιθικά χρόνια και την εποχή του χαλκού. Οικισμός δημιουργήθηκε κατά τον 5ο αιώνα π.Χ. με πρώιμο αστικό χαρακτήρα, αλλά τα σημάδια ζωής φαίνεται να παύουν από τον 4ο αιώνα.
Τον 1ο π.Χ. αιώνα οι Ρωμαίοι ανέδειξαν την πόλη σε έδρα μιας εκτεταμένης περιοχής και την οχύρωσαν έτσι ώστε να καλύπτει τις αμυντικές ανάγκες και να εξασφαλίζει την προστασία των βορινών συνόρων. Παρά τις δυσκολίες που οφείλονταν στη μορφολογία του εδάφους της, η πόλη διέθετε ενισχυμένο περίβολο, οδικό δίκτυο, δημόσιους χώρους και επιχειρήσεις, όπως θέατρο, αμφιθέατρο, αγορά και ακρόπολη. Το 89 π.Χ. απέκτησε τον τίτλο της λατινικής αποικίας και οι κάτοικοί της έλαβαν το 43 π.Χ. τη ρωμαϊκή ιθαγένεια. Κατά την αυτοκρατορική εποχή άρχισε σταδιακά η απαξίωση του στρατηγικού ρόλου της πόλης, αυξήθηκε όμως ταυτόχρονα η διοικητική και πολιτική σημασία της, που γνώρισε ιδιαίτερη άνθηση τον 1ο και 2ο αιώνα μ.Χ. Στη συνέχεια, οι σρατιωτικές και διοικητικές μεταρρυθμίσεις του 4ου αιώνα εξακολούθησαν να ευνοούν την αστική εξέλιξη.
Από την πολυκύμαντη ιστορία των κατοπινών αιώνων ας αναφερθούν τα βασικότερα γεγονότα.
Μετά από την εισβολή και κυριαρχία των Γερμανών, Οστρογότθων και Λογγοβάρδων, διεξάγονταν πόλεμοι ανάμεσα σε δυναστείες. Σε τέτοιους δυναστικούς πολέμους αναμείχθηκε και ο Ρόταρ, δούκας του Μπέργκαμο, και με την ήττα του που παρ’ ολίγο να καταστρέψει όλη την ηγεμονία, η εξουσία πέρασε στα χέρια προκρίτων της αυλής.
Κατά τη φραγκική κυριαρχία, τον 8ο αιώνα, η πολιτική σπουδαιότητα της πόλης μειώθηκε σε μεγάλο βαθμό. Το 894 κατέκτησε  την πόλη για λίγο ο Αρνούλφος από την Γερμανία και το 951 ο Όθων Α’ κατέλαβε την Παβία. Κατά τον 10ο αιώνα ο βασιλιάς και οι κόμητες αποδείχτηκαν ανίκανοι να αντισταθούν στις εισβολές των Ούγγρων, αναβαθμίστηκε όμως ο ρόλος των τοπικών παραγόντων, του επισκόπου και των φεουδάρχων οι οποίοι προώθησαν και οχυρωματικά έργα στην πόλη, πράγμα που επέφερε αλλαγές και στους κοινωνικούς θεσμούς. Το γεγονός ότι η πόλη ήταν περιτειχισμένη και οχυρωμένη συντέλεσε και στη χειραφέτησή της με δική της κοινότητα, όπου ο ρόλος της ανερχόμενης αστικής τάξης έγινε επικρατέστερος. Ο 12ος και 13ος αιώνας χαρακτηρίζονταν από εσωτερικές διαμάχες, διεξάγονταν αγώνες μεταξύ φατριών που αντιπροσώπευαν οικογενειακές πατριές και κοινωνικές ομάδες. Τέλος, το 1332 την εξουσία την απέκτησε οριστικά η οικογένεια Βισκόντι και το 1428 ήρθε να κατακτήσει το Μπέργκαμο η Βενετία. Έτσι, από το δεύτερο μισό του αιώνα επήλθε μια σχετική ειρήνη και ξεκίνησε η οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη.
Τον 16ο αιώνα έγινε αναγκαίο να ανεγερθούν νέα τείχη και να επισκευαστούν τα ήδη υφιστάμενα οικοδομήματα.
Η μεγάλη πανώλης που έπληξε την πόλη το 1660, είχε σοβαρές επιπτώσεις. Από τους 186.187 κατοίκους βρήκαν τραγικό θάνατο οι 99.332, πράγμα που οδήγησε και την οικονομική ζωή σε παρακμή σχεδόν για δύο αιώνες.
Μετά τον Ναπολεόντα το Μπέργκαμο προσαρτήθηκε στην Αυστρία, αλλά τότε είχε ήδη ξανααρχίσει η ραγδαία κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη. Τέλος, η πόλη απελευθερώθηκε από τον Γαριβάλδη και εντάχθηκε στο ιταλικό κράτος το 1860.