 |
|
Η
ιστορική εξέλιξη
και ο μετασχηματισμός
της περιτειχισμένης
πόλης
Ιστορικοί
έχουν αποδείξει
ότι η πρώτη οχύρωση
χρονολογείται
στη ρωμαϊκή
περίοδο, επειδή
όμως δεν σώζονται
επαρκή υπολείμματα
των τειχών, φαίνεται
αδύνατον να
διατυπώσει κανείς
κάποια έγκυρη
υπόθεση αναπαράσταση
της μορφής τους.
Μετά
τη διάλυση της
Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας
το οχυρό ανοικοδομήθηκε,
αλλά ιστοριογράφοι
το αναφέρουν
κατά τις γοτθικές
επιδρομές ως
καταχωμένο οχύρωμα.
Μαθαίνουμε πιο
ασφαλείς πληροφορίες
από τα τεκμήρια
της εποχής των
Καρολιγγείων
στα οποία γίνεται
λόγος παραδείγματος
χάριν για την
τοποθεσία της
εκκλησίας S. Lorenzo χτισμένης το 755 και
τη μητρόπολη
S. Alessandro, στο χρονικό της
χρονιάς 774 συγκεκριμένα,
η οποία χτίστηκε
τον 4ο αιώνα.
Ήταν
ο επίσκοπος
Αδαλβέρτος που
πραγματοποίησε
την αμυντική
ενίσχυση της
πιο ευπρόσβλητης
δυτικής πλευράς
και την επέκταση
των ρωμαϊκών
περιτειχίσεων.
Τον 10ο αιώνα ο
περίβολος αυξήθηκε
με νότιες και
βόρειες επεκτάσεις.
Η συμπλήρωση
του περιβόλου
με νέα τείχη
συνεχίστηκε
και κατά τον
Μεσαίωνα έτσι
ώστε να περικλείει
όλο και περισσότερες
εξωτερικές συνοικίες.
Τον 13ο αιώνα η
πόλη περιλάμβανε
και αγροτικές
περιοχές χάρη
στο οχυρό σύστημα
στο οποίο ήταν
ενσωματωμένα
υδραγωγός, πύργοι
και καστέλα.
Στο
μέσο του 14ου αιώνα
η οικογένεια
Βισκόντι επιδιόρθωσε
τα τείχη και
ανέγειρε νέα
οικοδομήματα
και για την εξασφάλιση
της προστασίας
των γύρω συνοικιών
κατασκεύασε
ένα οχυρό σύστημα,
το λεγόμενο
Muraine που αρχικά
ήταν ξύλινης
κατασκευής (φράχτης
από πασσάλους)
που αντικαταστάθηκε
με τοιχοποιία
από τους Βενετούς.
Στην ουσία όμως
ο δακτύλιος
χρησίμευε μόνο
για τελωνειακό
φράγμα.
Τον
16ο αιώνα το Μπέργκαμο,
μεθοριακή πλέον
πόλη, βρισκόταν
εκτεθειμένο
σε συνεχείς
λεηλασίες, γι
αυτό έγινε αναπόφευκτη
η αμυντική ενίσχυσή
του, πράγμα που
ευνοούσε και
η καλή στρατηγική
θέση του. Στην
οχύρωση αυτή
αποσκοπούσαν
τα έργα που ξεκίνησαν
το 1560: ο καινούργιος
περίβολος είχε
μήκος 5.177 μέτρων
και μέχρι το
1574 είχαν ετοιμαστεί
10 προμαχώνες,
5 επίπεδοι προμαχώνες
και το μεγαλύτερο
τμήμα του δακτυλίου.
Το 1590 ο καπετάνιος
Γκριμάνι ολοκλήρωσε
τις εργασίες,
αλλά ξεκίνησε
περαιτέρω βελτιώσεις
οι οποίες διήρκεσαν
29 χρόνια.
Μετά
τη μεγάλη πανώλη
και την παρακμή
που ακολούθησε,
η πόλη απλώθηκε
πάλι μέχρι τα
όρια της οχύρωσης
από τον 18ο αιώνα,
ενώ η εμφάνιση
των γαλλικών
στρατευμάτων
έθεσε τέρμα
τόσο στη βενετική
κυριαρχία όσο
και στην αμυντική
λειτουργία της
περιτείχισης.
Από
τον 19ο αιώνα η
οχύρωση δεν
χρησιμεύει πλέον
ως μηχανισμό
προστασίας,
αλλά εξυπηρετεί
νέες ανάγκες.
Σε πολλά μέρη
μετασχηματίζεται
και παρέχει
χώρο για καινούργιες
οικοδομές και
λειτουργίες,
διαμορφώνουνται
δρόμοι, πάρκα,
πραγματοποιείται
αγροτική εκμετάλλευση,
γεγονός που
εξασφαλίζει
τουλάχιστον
την μακροχρόνια
διάσωση των
τειχών. Η τελευταία
σημαντική επέμβαση
έγινε το 1908, όταν
διάνοιξαν μεγάλο τμήμα
για την κατασκευή
δρόμου. |
|





|
 |
 |