|
 |
|
Οι αιτίες
που εξηγούν την
αστική ανάπτυξη
και σχετίζονται
με τις αμυντικές
λειτουργίες
των διαφόρων
φάσεων των περιτειχίσεων
μέσα στον χρόνο
Τα πλεονεκτήματα
της Κρήτης, η
καίρια γεωγραφική
θέση και το έφορο
έδαφος της, αποτέλεσαν
διακυβεύματα
πολλαπλών επιδρομών
και πολεμικών
επιχειρήσεων
ανά τους αιώνες.
Η πολυκύμαντη
ιστορία του νησιού
επηρέασε την
εξέλιξη των πόλεων
και τον τρόπο
προστασίας και
άμυνάς τους απέναντι
σε εχθρικές επιβουλές.
Με την οργάνωση
των επαρχιών
της βυζαντινής
αυτοκρατορίας,
η Κρήτη αποτέλεσε
ιδιαίτερη περιφέρεια,
με οικονομία κυρίως γεωργική
και ποιμενική.
Κατά την περίοδο
αυτή η Κρήτη δοκιμάστηκε
επανειλημμένως
από εχθρικές
επιδρομές και
θεομηνίες. Το
623 αναφέρεται
επιδρομή Σλάβων,
ενώ από τα μέσα
του 7ου αιώνα
αρχίζει να διαφαίνεται
η τουρκική απειλή.
Ο αραβικός στόλος
ενεργεί επιδρομές
συχνά στο νησί
έως την ολοκληρωτική
κατάκτησή του
το 823. Μέσα σ’ αυτήν
την turbulent περίοδο
του 6ου ή 7ου
αιώνα, για την
οργάνωση της
άμυνας θεμελιώνεται
στα Χανιά το βυζαντινό
τείχος πάνω στα
ίχνη της προγενέστερης
ελληνιστικής
οχύρωσης.
Στους κρίσιμους
εκείνους καιρούς
η Κρήτη ως βυζαντινή
επαρχία δεν διέθετε
ισχυρή άμυνα.
Η εσωτερική κρίση
που περνούσε
τα χρόνια αυτά
το Βυζάντιο είχε
ως αποτέλεσμα
την παραμέληση
των παραλίων
και των νήσων,
και από αυτό το
κενό στην άμυνα
επωφελήθηκαν
οι Σαρακηνοί
Άραβες. Η απώλεια
της Κρήτης ήταν
ένας ισχυρότατος
κόλαφος για το
Βυζάντιο. Δεν
έχανε μόνο μια
μεγάλη περιφέρεια
αλλά και τον έλεγχο
των θαλάσσιων
δρόμων και του
εμπορίου στην
ευαίσθητη περιοχή
της ανατολικής
Μεσογείου. Η ανάκτησή
της Κρήτης δεν
ήταν απλώς ζήτημα
γοήτρου αλλά
πρόβλημα ζωτικής
σημασίας για
την ασφάλεια
των θαλασσών.
Η Κρήτη απελευθερώνεται
από τον στρατηγό
του βυζαντίου
Νικηφόρο Φωκά
το 961. Το πρωταρχικό
ζήτημα της Βυζαντινής
αυτοκρατορίας
ευθύς μετά την
ανάκτηση ήταν
η πλήρης αποκατάσταση
και η στερέωση
της εξουσίας
της στο νησί,
ώστε να
οργανωθεί τάχιστα
η άμυνά για να
αντιμετωπισθεί
έγκαιρα και αποτελεσματικά
κάθε ενδεχόμενη
απόπειρα ανάκτησής
του από τους Άραβες.
Οργανώνεται
αμέσως η επαγρύπνηση
του βυζαντινού
ναυτικού και
κατασκευάζονται
ισχυρά οχυρωματικά
έργα στα παράλια.
Στο πλαίσιο αυτό
επισκευάζεται
και συμπληρώνεται
το υφιστάμενο
βυζαντινό τείχος
των Χανίων.
Το ενδιαφέρον
της Βενετίας
για Κρήτη εκδηλώνεται
ήδη από τις αρχές
του 12ου αιώνα
και συνδέεται
με τις βλέψεις
της Γαληνοτάτης
για τους εμπορικούς
δρόμους της ανατολικής
Μεσογείου. Το
1204 η Βενετία αγοράζει
το νησί από τον
Bonifacius
Montiferrati
Marchio, στον οποίο είχε
δοθεί ως λάφυρο
της τέταρτης
Σταυροφορίας.
Οι Βενετοί εγκαθίστανται
στην Κρήτη το
1211 και αμέσως οργανώνουν
τη διοίκηση της
νέας κτήσης τους.
Η πόλη των Χανιών
αποτελεί σημαντικό
πολιτικό και
εμπορικό κέντρο,
είναι πρωτεύουσα
του sestiere Dorsoduro και δεύτερη σε
σημασία μετά
την πρωτεύουσα
της Κρήτης Candia (Ηράκλειο).
Η εγκατάσταση
των Βενετών εποίκων
στα Χανιά, αλλά
και στις άλλες
πόλεις της Κρήτης,
έχει να αντιμετωπίσει
τις συνεχείς
επαναστάσεις
και εξεγέρσεις
κατά τον 13ο
και 14ο αιώνα.
Η προστασία απέναντι
στην έντονη εχθρότητα
του τοπικού πληθυσμού
υποχρεώνει τους
Βενετούς να εγκατασταθούν
στο υφιστάμενο
φρούριο στον
λόφο Καστέλι,
του οποίου ενισχύουν
την οχύρωση και
ανεγείρουν εκεί
τα νέα καθιδρύματά
τους. Για την
ασφάλεια της
θαλάσσιας επικοινωνίας,
από εξωτερικές
αυτή τη φορά επιβουλές,
οι Βενετοί αναλαμβάνουν
επίσης οχυρωματικά
έργα στον Κόλπο
των Χανίων, όπως
η οχύρωση της
νησίδας Άγιοι
Θεόδωροι ή Θοδωρού
με δύο φρούρια
και του Κόλπου
της Σούδας με
ένα σύστημα οχυρών,
από τα οποία το
σημαντικότερο
είναι το φρούριο
της νησίδας του
Αγίου Νικολάου.
Τα Χανιά
είναι κέντρο
εύφορης περιφέρειας
και στους γύρω
μεγάλους οικισμούς
του κάμπου και
του Ακρωτηρίου
υπάρχουν αρκετές
πολυτελείς αγρεπαύλεις
για τους φεουδάρχες.
Στην πόλη αναπτύσσεται
μεταποιητική
δραστηριότητα
και το λιμάνι
της είναι κέντρο
της θαλάσσιας
επικοινωνίας
στην Ανατολική
Μεσόγειο. Οι ανάγκες
της πόλης μεγαλώνουν
σταδιακά από
τον 14ο αιώνα,
καθώς εξομαλύνεται
η συμβίωση του
τοπικού πληθυσμού
και των Βενετών,
και γύρω από τον
οχυρό λόφο συγκεντρώνονται
διάσπαρτες οικήσεις
τοπικών λαϊκών
στρωμάτων, οι
οποίες μετεξελίσσονται
γρήγορα σε προάστια,
τα bοrghi. Γίνεται πλέον
φανερό ότι το
μικρό Καστέλι
δεν επαρκεί για
την κάλυψη της
άμυνας του πληθυσμού
από τις αυξανόμενες
πειρατικές επιδρομές
που μαστίζουν
το Αιγαίο και
για τον λόγο αυτό
η βενετική διοίκηση
υποχρεώνεται
να προνοήσει
για την κατασκευή
ενός δεύτερου
ευρύτερου περιβόλου
που κατασκευάζεται
μέχρι το 1540 περίπου.
Σύντομα
όμως το έργο αποδεικνύεται
ανεπαρκές. Η τουρκική
δύναμη αποβαίνει
αυξανόμενη απειλή
για τους Βενετούς
από τις πρώτες
δεκαετίες του
16ου αιώνα, με
τέσσερις ήδη
βενετοτουρκικούς
πολέμους και
με τελευταίο
από αυτούς τον
αιματηρό Κυπριακό
πόλεμο (1570-1573). Παράλληλα
η ραγδαία πρόοδος
της πολεμικής
τακτικής και
της αμυντικής
αρχιτεκτονικής
καθιστούν αναγκαία
την αποτελεσματική
κάλυψη της άμυνας
της πόλης και
των προαστίων
της και την προστασία
του λιμανιού.
Οι Βενετοί αποφασίζουν
την οχύρωση των
πόλεων και άλλων
καίριων σημείων
της πολύτιμης
αποικίας τους
και από το 1538 μέχρι
τις παραμονές
της τουρκικής
κατάκτησης τα
Χανιά οχυρώνονται
με νέο περίβολο
που ακολουθεί
τις σύγχρονες
εξελίξεις αμυντικές
ενώ ιδιαίτερη
φροντίδα καταβάλλεται
για την ασφάλεια
του λιμανιού.
Με την πολιορκία
και κατάκτηση
της πόλης από
τους Τούρκους
το 1645 αρχίζει μια
νέα περίοδο που
θα διαρκέσει
μέχρι το τέλος
του 19ου αιώνα.
Η πόλη εξακολουθεί
να έχει την ίδια
σημασία για την
Οθωμανική αυτοκρατορία,
η οποία ωστόσο
δεν φροντίζει
ιδιαίτερα για
τη συντήρηση
των οχυρώσεων
και των λιμενικών
εγκαταστάσεων.
Βέβαια κατά την
περίοδο αυτή
η οχύρωση επισκευάστηκε
μετά από πολεμικά
επεισόδια και
προστέθηκαν
νέα στοιχεία
όπως επιπρομαχώνες και μικρά
φρούρια. Καθώς
η πόλη παραμένει
κλεισμένη στα
όρια των βενετικών
οχυρώσεων το
πρόβλημα της
στέγης που δημιουργείται
με την συσσώρευση
πληθυσμού μέσα
στα τείχη θα λυθεί
με πολυώροφα
κτίρια ξύλινης
κατασκευής.
Οι πιέσεις
από την αύξηση
του πληθυσμού
και τις νέες λειτουργικές
ανάγκες της πόλης
σε χώρους μετά
τα μέσα του 19ου
αιώνα οδηγούν
την τουρκική
διοίκηση να επιτρέψει
την εγκατάσταση
έξω από την τάφρο
του τείχους ανεπιθύμητων
χρήσεων, όπως
των νεκροταφείων
ή του συνοικισμού
των λεπρών, ενώ
έξω από τα ανατολικά
τείχη δημιουργείται
ολόκληρο χωριό
Βεδουίνων αράβων.
Τα ανερχόμενα
εύπορα στρώματα
της πόλης επιλέγουν
επίσης την εγκατάσταση
εκτός του κορεσμένου
αστικού πυρήνα.
Έξω από τα τείχη
χτίζουν τις κατοικίες
τους οι πλούσιοι
γαιοκτήμονες,
έμποροι, πρόξενοι
και επιφανείς
Τούρκοι και Αιγύπτιοι, κυρίως προς
την ανατολική
πλευρά της πόλης,
στη Χαλέπα, η
οποία αναπτύχθηκε
σε πλούσιο προάστιο.
Επίσης, καταγράφονται
ορισμένες φροντίδες
για τη διαμόρφωση
επαρχιακών δρόμων
(με πρώτο το δρόμο
για τη Χαλέπα),
ενώ έξω από τα
τείχη διαμορφώνεται
το 1870 και ο πρώτος
δημοτικός κήπος
σύμφωνα με ευρωπαϊκά
πρότυπα.
Γίνεται
πλέον προφανές
ότι η οχύρωση
λειτουργεί περισσότερο
ως εμπόδιο στην
ανάπτυξη της
πόλης παρά ως
μηχανισμός προστασίας
της. Η διαπίστωση
αυτή ενισχυμένη
από την κατάσταση
ασφάλειας που
εξασφαλίζει
η ίδρυση του ημιαυτόνομου
κρατιδίου της
Κρήτης το 1898 με
πρωτεύουσα τα
Χανιά και κυρίως
η ένταξη της Κρήτης
στην Ελλάδα το
1913 οδηγεί στη λειτουργική
απαξίωση της
περιτείχισης.
Για τον εκσυγχρονισμό
και την ανάπτυξη
της πόλης το 1901
συντάσσεται
πολεοδομικό
σχέδιο που προβλέπει
μια εντυπωσιακή
σε μέγεθος επέκταση.
Έκτοτε, αρχίζει
η σταδιακή κατεδάφιση
της οχύρωσης
με σκοπό την ομαλή
σύνδεση της εντός
με την εκτός των
τειχών πόλης.
Κατεδαφίζονται
πρώτα τμήματα
των τειχών στην
ανατολική, τη
νότια και τη δυτική
πλευρά, και ακολουθούν
νέα ρήγματα και
επιχωματώσεις
της περιμετρικής
τάφρου. Στη θέση
της Piatta forma κτίζεται
η νέα δημοτική
αγορά διευθετούνται
δρόμοι και σε
άλλες θέσεις
ανεγείρονται
αργότερα αρκετά
νέα δημόσια κτίρια.
Τα μέτρα για την
προστασία των
βυζαντινών και
βενετικών οχυρώσεων
πρέπει να περιμένουν
τη δεκαετία του
1960. |
|





|
 |
 |


|
|
|
| |
|
|
| |
|
|
|
|