 |
|
Ιστορική
επισκόπηση
Η εγκατάσταση
πληθυσμού από
τα αρχαία χρόνια
οφείλεται στην
καίρια στρατηγική
θέση που έχει
ο τόπος. Η ευνοϊκή
τοποθεσία, η
δυνατότητα να
ελέγχει τις
νότιες πεδιάδες,
το εύφορο έδαφος
και τα πλούσια
ορυχεία της
περιοχής, καθώς
και η ανάπτυξη
της βοιμηχανίας,
διεσφάλιζαν
την πρόοδο της
πόλης.
Η οίκηση στους
λόφους της πόλης
χρονολογείται
από την εποχή
του σιδήρου.
Τα ελάχιστα
αρχαιολογικά
ευρήματα – κεραμικά
– μαρτυρούν ότι
την 2η χιλιετία
π.Χ. ο τόπος ήταν
κατοικημένος.
Επαφή με τους
Ρωμαίους είχε
δημιουργηθεί
αρκετά νωρίς,
προφανώς το
192 π.Χ., η οποία φαίνεται
πως ήταν φιλική
όταν ο Λούκουλλος
(151 π.Χ.) και ο Σκιπίων
(134 π.Χ.) επιτέθηκαν
του κοντινού
Κόκκα. Την εποχή
του Αυγούστου
η Σεγκόβια είχε
και νομισματοκοπείο.
Ως αποτέλεσμα
της ισπανικής
πολιτικής των
Αυγούστου και
Αγρίππα, η Σεγκόβια
αναδείχτηκε
προσκύνημα που
συνέβαλε στο
να συγκεντρώσει
ως κέντρο διοίκησης
τον πληθυσμό
των διάσπαρτων
οικισμών. Στην
εποχή του Φλαβίου
η πόλη έγινε
έδρα διοικητικής
περιοχής. Την
περίοδο αυτή
χτίστηκαν το
υδραγωγείο,
τα λουτρά – πιθανώς
– θερμά,
η αγορά και κάποια
τείχη.
Οι Βησιγότθοι
που είσεβαλαν
κατά τον 5ο
αιώνα, προσπάθησαν,
σύμφωνα με εκκλησιαστικά
τεκμήρια, να
διατηρήσουν
τις πόλεις που
είχαν χτιστεί
στα ρωμαϊκά
χρόνια και να
επισκευάσουν
τις περιτειχίσεις
ως στρατηγικά
και αμυντικά
στοιχεία. Τα
τείχη δεν έπαυσαν
να έχουν λειτουργική
αξία και τον
6ο και 7ο αιώνα,
παρόλο που ο
βησιγοτθικός
πληθυσμός είχε
αφανιστεί κατά
τον 7ο αιώνα.
Οι παλιές πόλεις
όπως και τα προστατευμένα
με περιτειχίσεις
τμήματα σε αυτές
εξακολούθησαν
να λειτουρούν
και μετά την
εγκατάσταση
των Μαυριτανών
στην Ισπανία
που έγινε σύμφωνα
με τη σύμβαση
του 711. Η Σεγκόβια
παρέμεινε κατοικημένη
και μεταξύ του
8ου και 11ου
αιώνα όπως μαρτυρείται
από αναγραφές
κεραμικών και
κιονοκράνων
καθώς και από
τα τοπωνύμια.
Με την επέκταση
του χριστιανισμού
η Σεγκόβια έγινε
μεθόρια ζώνη
τον 10ο αιώνα,
και ο
πληθυσμός μειώθηκε
μεν σημαντικά
αλλά ο τόπος
δεν ερημώθηκε,
πράγμα που δείχνουν
και οι χριστιανικές
οικοδομές που
χτίστηκαν πριν
από το 1075.
Μετά την επίθεση
όμως του Άραβα
βασιλιά Αλί
Μαμούμ το 1075, η
πόλη καταστράφηκε,
αλλά την ανάκτησε
το 1088 ο Αλφόνσος
ΣΤ’ ο οποίος εγκατέστησε
νέο πληθυσμό
και ανοικοδόμησε
τα τείχη μαζί
με το γαμπρό
του Ραϊμόνδο
της Βουργουνδίας.
Καθώς δεν ακολούθησαν
άλλες επιθέσεις
από τους Άραβες,
η πόλη άρχισε
να προοδεύει
με ταχύ ρυθμό
αναλαμβάνοντας
σύντομα αξιόλογη
πολιτική, οικονομική
και διοικητική
δραστηριότητα.
Επίσης σημαντικός
ήταν ο ρόλος
της Σεγκόβια
στις πολιτικές
διαμάχες του
12ου αιώνα. Την
εξουσίαζαν κόμες
της Καστίλλης
και την χρησιμοποιούσαν
ως βάση για τις
επιδρομές που
έκαναν εναντίον
χριστιανών βασιλέων.
Ένας από τους
βασικούς λόγους
που ανέδειξε
την πόλη ήταν
οπωσδήποτε τα
τείχη της, τα
οποία προσέφεραν
ιδιαίτερη προστασία.
Η Σεγκόβια υπήρξε
και βασιλικό
ενδιαίτημα από τον Αλφόνσο
ΣΤ’ και μετά.
Κατά τον πλούσιο
σε αναταραχές
14ο αιώνα, η σημασία
της πόλης στις
πατροπαράδοτες
συγκρούσεις
μεταξύ της μοναρχικής
εξουσίας και
των φιλοδοξιών
των ευγενών
ήταν εξ ίσου
αναβαθμισμένη
και οι οχυρώσεις
και τα τείχη
της χρησίμευαν
πολλές φορές
σαν καταφύγια.
Μετά τους εμφύλιους
αγώνες του 15ου
αιώνα η σπουδαιότητα
των τειχών μείωθηκε
σε μεγάλο βαθμό
παρ’ ότι χάρη
στην υφαντουργία
η οικονομική
ισχύ της πόλης
αυξήθηκε φανερά.
Κατά την εξέγερση
των Comuneros, δεκαπέντε
κοινοτήτων της
Καστίλλης, το
1520-21, η Σεγκόβια
εξεγέρθηκε εναντίον
του Καρόλου
Ε’. Οι αγώνες είχαν
ως συνέπεια
να καταστραφεί
ο ρωμανικού
ρυθμού καθεδρικός
ναός μπροστά
στην οχύρωση.
Η πληθυσμιακή
αύξηση που σημειώθηκε
κατά τον 16ο αιώνα
και ο μετασχηματισμός
της πόλης επέφεραν
την απαξίωση
των τειχών, αφού
άλλαξε και η
λογική της κατοίκησης.
Η κρίση της εριουργίας
οδήγησε στην
ερήμωση της
περιτειχισμένης
πόλης, πράγμα
πού έφτασε στο
αποκορύφωμα
στα τέλη του
18ου αιώνα, όταν
η πόλη είχε μόλις
10.000 κατοίκους
αλλά πολυάριθμα
εκκλησιαστικά
οικοδήματα,
όπως 25 εκκλησίες
και 21 μοναστήρια,
ενώ τα τείχη
ήταν σε ερειπωμένη
κατάσταση.
Το τελευταίο
κεφάλαιο της
ιστορίας των
τειχών γράφτηκε
κατά τον πόλεμο
των Καρλιστών.
Από τότε όμως
η περιτείχιση
λειτουργούσε
περισσότερο
ως εμπόδιο στην
ανάπτυξη και
επέκταση της
Σεγκόβια, γεγονός
που οδήγησε
στην τμηματική
κατεδάφιση των
τειχών στον
19ο και τις αρχές
του 20ου αιώνα. |
|





|
 |
 |